Δημοσιογράφοι στα ψηφοδέλτια

5102
0
Share:

Ο Winston Churchill, πριν μπει στην πολίτικη, είχε περάσει απάτη δημοσιογραφία. Είχε καλύψει τον πόλεμο των Μπόερς, ως ανταποκριτής της εφημερίδας «MorningPost». Δύο από τους σημερινούς διεκδικητές της ηγεσίας του Συντηρητικού Κόμματος, ο Boris Johnson και ο Michael Gove, είναι πρώην δημοσιογράφοι. Ο παλιός ηγέτης των. Εργατικών Michael Foot ήταν κάποτε αρχισυντάκτης στην «Evening Standard» και ο βασικός αρθρογράφος των «Financial Times», ο Ed Balls, έγινε οικονομικός σύμβουλος και αργότερα υπουργός του Gordon Brown. Στην Αμερική μετρούν κατά δεκάδες τους δημοσιογράφους που πέρασαν στην πολιτική, από τον υπερσυντηρητικό Pat Buchanan ως τον αριστερό Ralph Nader. Και ο Μουσολίνι, πριν γίνει ό,τι έγινε, ήταν αρχισυντάκτης της εφημερίδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Αλλά ας αφήσουμε την περίπτωσή του εκτός λίστας.

Η πρακτική είναι τόσο παλιά όσο και η δημοσιογραφία η ίδια. Ο Μαξ Βέμπερ, στην περίφημη διάλεξή του για την «πολιτική ως επάγγελμα», που εκφωνήθηκε πριν από έναν αιώνα, το 1918, έλεγε πως «η δημοσιογραφική καριέρα παραμένει ένας από τους σπουδαιότερους δρόμους προς την επαγγελματική πολιτική δραστηριότητα». Κι αυτό επειδή «ο δημοσιογράφος σήμερα είναι ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του δημαγωγικού είδους». Αν ο όρος έχει δυσάρεστη γεύση, ο Βέμπερ υπενθύμιζε ότι ο πρώτος που έφερε τον τίτλο του δημαγωγού δεν ήταν ο Κλέων, αλλά ο Περικλής.

Γιατί, λοιπόν, προκαλεί τόσο μεγάλη εντύπωση, τόσες συζητήσεις και τόσους επικηδείους για τη χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας, το γεγονός ότι σε αυτές τις εκλογές είναι μακρύτερος ο κατάλογος των δημοσιογράφων που μετέχουν στα ψηφοδέλτια- 28 μόνον με τη Νέα Δημοκρατία; Γιατί αντιμετωπίζεται ως κάτι πρωτοφανές, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως «σκάνδαλο» ή ως απόδειξη της ανυποληψίας των δημοσιογράφων, γενικά;

Καταλαβαίνω την καχυποψία – ακόμη κι αν δεν είναι πάντα καλοπροαίρετη. Αλλά δεν τη συμμερίζομαι. Οι ανάρμοστες σχέσεις πολιτικής εξουσίας και δημοσιογραφίας, όταν υπάρχουν, και υπάρχουν συχνά, δεν κρύβονται. Βοούν. Και δεν αποκαλύπτονται με το πέρασμα κάποιων δημοσιογράφων στην πολιτική.

Δεν συμμερίζομαι ούτε τον θρήνο για την έκπτωση της δημοσιογραφίας, που τώρα τάχα συντελείται. «Ο δημοσιογράφος ανήκει σ’ ένα είδος τάξης – παρία, που πάντα εκτιμάται από την “ κοινωνία» ως ένας από τους ηθικά κατώτερους εκπροσώπους της»; Η οδυνηρή φράση είναι έναν αιώνα παλιά. Τη διατύπωσε ο Μαξ Βέμπερ στην ίδια εκείνη θρυλικά διάλεξη, το 1918. Και ο Βέμπερ, σημειωτέον, θαύμαζε τους δημοσιογράφους. Ενας μαθητής του, μάλιστα, πολύ αργότερα υποστήριξε πως η δημοκρατία έχει ανάγκη ακριβώς από έναν Τύπο που κανείς δεν αγαπά. An unlovable press. Οι καλοί και χρήσιμοι δημοσιογράφοι συνήθως δεν είναι αγαπητοί και εκείνοι που έχουν την «αγάπη του κοινού» δεν είναι, συνήθως, ούτε καλοί δημοσιογράφοι, ούτε χρήσιμοι.

Δεν συμμερίζομαι, τέλος, ούτε την εκτίμηση πως η λιποταξία δημοσιογράφων στις τάξεις της πολιτικής απειλεί να φέρει τον θάνατο της δημοσιογραφίας. Το αντίθετο είναι πιο πιθανό. Να είναι ο επαπειλούμενος θάνατος της δημοσιογραφίας που σπρώχνει τους δημοσιογράφους προς το καταφύγιο της πολιτικής. Εστω και για λόγους βιοπορισμού. Μπορώ, αντίθετα, να καταλάβω το (ευγενές) κίνητρο κάποιων δημοσιογράφων να περάσουν στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Ενας αμερικανός συνάδελφος έγραφε πριν από μερικά χρόνια ότι η δημοσιογραφία είναι μια «αδυναμία χαρακτήρα». Στεκόμαστε στην άκρη ενώ περνά η παρέλαση, καταγράφουμε τις αδυναμίες της και διατυπώνουμε προτάσεις βελτίωσής της, που κανείς δεν ακούει. Κάποια στιγμή μπορεί να σου περάσει από το μυαλό η ιδέα ότι αν κατεβείς από το πεζοδρόμιο, αν πας εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, θα μπορείς να αλλάξεις κάτι. Μέχρι να καταλάβεις ότι, στην πολιτική, είσαι μια βίδα σε μια μηχανή που δεν ελέγχεις, ότι η επιρροή σου είναι μικρότερη από τότε που κάποιες χιλιάδες πολιτών διάβαζαν τα άρθρα σου κι ότι βρίσκεσαι στην ανάγκη να παρακαλάς πρώην συναδέλφους που δεν εκτιμάς για λίγο χρόνο σε Μέσα από τα οποία δεν θα πέρναγες ούτε απέξω, όταν ήσουν ο ίδιος δημοσιογράφος. Ο πρώτος που το διαπίστωσε ήταν ο διαβόητος Hearst, ο πρώτος εκδότης – βαρόνος του αμερικανικού Τύπου, που ομολόγησε πόσο πιο αδύναμος ένιωθε ως γερουσιαστής απ’ ό,τι ως εκδότης.

Αλλά αυτές είναι παλιές ιστορίες. Το θέμα σήμερα είναι ότι τα Μέσα δέχονται μια πολλαπλή επίθεση. Μια επίθεση από το πέλαγος του Διαδικτύου που κλέβει θέματα («ένα αποκλειστικό σήμερα διαρκεί δύο λεπτά το πολύ» έλεγε ένας γάλλος δημοσιογράφος) και παράγει αναγνώστες εθισμένους στο «δωρεάν» και ανίκανους να ξεχωρίσουν τα fake news. Μια επίθεση από τις μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες – Google and Co – που ληστεύουν διαφημιστικά έσοδα. Και μια επίθεση από το ισχυρό πολιτικό ρεύμα του αυταρχικού λαϊκισμού, οι σύγχρονοι μετρ του οποίου – ο Τραμπ και οι μιμητές του, δεξιοί, υπερδεξιοί και, ενίοτε, «αριστεροί» – έχουν τελειοποιήσει το δόγμα που πρώτος διατύπωσε ο Ρίτσαρντ Νιξον: πως τίποτε δεν ωφελεί πολιτικά περισσότερο από τα να βάλεις απέναντι τα «συστημικά» Μέσα και να τα χτυπάς αλύπητα, διαμαρτυρόμενος ότι εκείνα σε χτυπούν.

Ο επί 20 χρόνια διευθυντής του «Guardian», ο Alan Rusbridger, σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, γράφει πως ίσως για πρώτη φορά στη σύγχρονη Ιστορία, «αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο να ζήσουμε σε κοινωνίες που δεν έχουν αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης». Με αυτήν την έννοια, πιστεύω ότι η σημαντικότερη μάχη για τη δημοκρατία στον κόσμο σήμερα θα δοθεί όχι στο πεδίο της πολιτικής, μα στο πεδίο των media. Είναι η μάχη για την επιβίωση αξιόπιστων, ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης, στη διάθεση πολιτών που μετέχουν της δημοκρατίας.

Πηγή εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»

Share:

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Πολιτική Απορρήτου

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο