Εξαιρετικά κακή χρονιά για το ελληνικό σπαράγγι

Share:

Ο ζεστός Μάρτιος και ο βροχερός Απρίλιος είχαν ως αποτέλεσμα η παραγωγή πέσει έως και 40% και οι τιμές να κάνουν βουτιά στο 30% συγκριτικά με πέρυσι.

Μία από τις χειρότερες χρονιές του, τα τελευταία 30 χρόνια, διανύει το ελληνικό σπαράγγι. Ο ζεστός Μάρτιος και ο βροχερός Απρίλιος -δύο μήνες που βρήκαν το σπαράγγι στη συγκομιδή και το είδος ήθελε κρύο και στεγνό καιρό είχαν ως αποτέλεσμα η παραγωγή να είναι μειωμένη έως και 40% και οι τιμές να καταγράφουν βουτιά στο 30% συγκριτικά με πέρυσι, που οι παραγωγοί πήραν έως και 2,50€/κιλό. Σημειώνεται ωστόσο πως κατά αμμώδη και καλά στραγγιζόμενα εδάφη κοντά στα Δέλτα των ποταμών Νέστου και Εβρου είναι πολύ γόνιμα και ιδανικά για την καλλιέργεια του σπαραγγιού ποια υπερ-πρώιμα σπαράγγια πουλήθηκαν στην Ελβετία και τη Γαλλία έως και 4,20€/ κιλό, όταν πέρυσι η τιμή τους δεν ξεπέρασε τα 3€/κιλό. Σε αυτό το ποσό πρέπει να προστεθούν και τα ανά στρέμμα 50-60€ της συνδεδεμένης επιδότησης.

Οι άσχημες καιρικές συνθήκες δεν βοήθησαν τους παραγωγούς ώστε να μαζέψουν εγκαίρως το σπαράγγι και η συγκομιδή έγινε σχεδόν ταυτόχρονα με τους Γερμανούς, οι οποίοι έχουν φέτος υπερπαραγωγή. Δεδομένου μάλιστα ότι σχεδόν το 80% της ελληνικής παραγωγής κατευθύνεται npos τη Γερμανία, οι τιμές υποχώρησαν ακόμη περισσότερο, καθώς οι Γερμανοί καταναλωτές έβρισκαν δικό τους προϊόν και μάλιστα σε καλύτερη τιμή.

«Η ζημιά είναι πολύ μεγάλη. Με το ζόρι πήραμε φέτος 300-400 κιλά το στρέμμα, όταν τις καλές εποχές βγάζαμε πάνω από 700 κιλά ανά στρέμμα. Οι παραγωγοί είναι σε απόγνωση και ήδη έχουμε ζητήσει συνάντηση με την ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης» δήλωσε στον «Αγρότη» ο Θανάσης Μαλτεπιώτης, πρόεδρος της Ομάδας Παραγωγών Αγροτικού Συνεταιρισμού Κοινής Γεωργικής Εκμετάλλευσης στο Τυχερό Εβρου.

Ο συνεταιρισμός διακινεί μεγάλες ποσότητες σπαραγγιών στο εξωτερικό, είτε νωπά είτε επεξεργασμένα.

Τα αμμώδη και καλά στραγγιζόμενα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, κοντά στα Δέλτα των ποταμών Νέστου και Εβρου, είναι πολύ γόνιμα και ιδανικά για την καλλιέργεια του σπαραγγιού.

Συνολικά σε όλη τη χώρα καλλιεργούνται περίπου 20.000 στρέμματα, ία περισσότερα από τα οποία βρίσκονται στη Μακεδονία και τη Θράκη και αφορούν στο λευκό σπαράγγι, ενώ μικρές ποσότητες πράσινου σπαραγγιού καλλιεργούνται στο Αγρίνιο.

Η πρωιμότητα

«Πρέπει να αντιληφθούν οι παραγωγοί πως δεν μπορούν να ρίχνουν στην αγορά το ελληνικό σπαράγγι ταυτόχρονα με το γερμανικό. Πρέπει να κυνηγήσουν την πρωιμότητα του είδους, έτσι ώστε οι Γερμανοί να απορροφούν την ελληνική παραγωγή πριν βγει η δική τους» μας λέει ο ειδικός σύμβουλος της Incofruit-Hellas, Γιώργος Πολυχρονάκης.

Προτείνει, επίσης, μια συνολική εθνική στρατηγική για ζώνες καλλιέργειας και είδη, έτσι ώστε τα ελληνικά προϊόντα να γίνουν και ποιοτικά και ανταγωνιστικά.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, πέρυσι εξήχθησαν 5.343 τόνοι νωπών σπαραγγιών (σχεδόν άλλα τόσα τυποποιημένα), αξίας 18,6 εκατ. ευρώ, ενώ το 2017 είχαν εξαχθεί 5.133 τόνοι νωπού προϊόντος, αξίας 15,7 εκατ. ευρώ.

Συνολικά το 2018 είχαν καλλιεργηθεί 20.400 στρέμματα και η παραγωγή ήταν 10.577 τόνοι.

«Τα προηγούμενα χρόνια μπήκαν πολλά στρέμματα με σπαράγγια και οι αγρότες της Βόρειας Ελλάδας είδαν στο είδος αυτό μια δυναμική και αναπτυσσόμενη καλλιέργεια.

Σε όλη τη χώρα καλλιεργούνται περίπου 20.000 στρέμματα, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται στη Μακεδονία και τη Θράκη και αφορούν στο λευκό σπαράγγι.

Δυστυχώς όμως πέρυσι, αλλά κυρίως φέτος είναι μια πολύ κακή χρονιά» αναφέρει ο διευθυντής της Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμένων Καβάλας, Κλέαρχος Σαραντίδης.

Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο δυσάρεστη. Από το 1988 καλλιεργεί λευκό σπαράγγι ο Σταύρος Λάλος, στη Νέα Κάρυά της Χρυσούπολης Καβάλας. Μέχρι φέτος έβαζε 75 στρέμματα, του χρόνου τα περιορίζει στα 35. Ηδη ξερίζωσε σχεδόν τα μισά και θα στραφεί σε άλλες καλλιέργειες.

«Δεν βγάζουμε πλέον ούτε το κόστος παραγωγής» λέει απογοητευμένος στον «Αγρότη», προσθέτοντας ότι τον Δεκέμβριο λόγω των βροχών δεν μπόρεσαν να «σαβανώσουν» τα σπαράγγια, να τα σκεπάσουν δηλαδή με χώμα και νάιλον, έτσι ώστε να αναπτυχθεί το λαχανικά σε προστατευμένο περιβάλλον.

Και εκεί που τα προηγούμενα χρόνια οι αποδόσεις των χωραφιών του ήταν 700 κιλά/στρ., φέτος με το ζόρι πήρε 300 κιλά/ στρ. «Δυστυχώς μια καλλιέργεια που κληρονόμησα από τον πατέρα μου την εγκαταλείπω, αλλά η κατάσταση είναι πλέον τραγική» λέει ο Σταύρος Λάλος.

Εξάγουμε το 99%

Το 99% της ελληνικής παραγωγής, που είναι λίγο πάνω από 10.000 τόνοι, κατευθύνεται npos τις εξαγωγές, κυρίως npos την Κεντρική Ευρώπη. Η Γερμανία απορροφά σχεδόν το σύνολο της ελληνικής παραγωγής και ακολουθούν η Ελβετία, η Πολωνία και η Γαλλία.

Το σπαράγγι είναι πολυετής καλλιέργεια και δίνει παραγωγή για τουλάχιστον 12-15 χρόνια συνεχώς. Η προετοιμασία του εδάφους γίνεται με βαθιά άροση, καθώς το είδος έχει εκτεταμένο ριζικό σύστημα και απαιτεί βαθιά χωράφια. Απαραίτητο είναι να προηγηθεί μια ανάλυση του εδάφους, έτσι ώστε να επιλεγεί μια ορθολογική και εξειδικευμένη λίπανση για να προληφθεί τροφοπενία κατά την ανάπτυξη των φυτών.

Τον Νοέμβριο κόβεται η υπέργεια βλάστηση και αργότερα τα ριζώματα καλύπτονται με χώμα, τα γνωστά σαμάρια (αναχώματα).

Πάνω από το χώμα μπαίνουν μεγάλα πλαστικά καλύμματα, εξασφαλίζοντας έτσι την πρώιμη παραγωγή.

Ο βαρύς χειμώνας είναι συνθήκη φιλική προς το σπαράγγι. Στο πολύ κρύο τα φυτά «κοιμούνται» και αναπτύσσονται καλύτερα.

Η συγκομιδή ξεκινά στο τέλος Φεβρουάριου και ολοκληρώνεται σε περίπου δύο μήνες.

Τα βλαστάρια συλλέγονται αποκλειστικά και μόνο με τα χέρια, τις πρωινές ώρες. Η κοπή τους γίνεται με ειδικά μαχαίρια, λίγο κάτω από το έδαφος, και τα σπαράγγια τοποθετούνται σε πλαστικές κλούβες. Οταν ολοκληρωθεί η συγκομιδή, τα αναχώματα καταστρέφονται και μένουν οι βλαστοί για να πάρουν το τελικό ύψος τους, σχηματίζοντας τη νέα βλάστηση. Μέχρι τη διάθεσή τους στον καταναλωτή, τα σπαράγγια δεν πρέπει να εκτίθενται στο φως. Δεδομένου ότι είναι ένα ευπαθές προϊόν, το σπαράγγι φτάνει στη γερμανική αγορά μέσα σε 30 ώρες από τη συγκομιδή του από τα χωράφια του Νέστου και του Εβρου.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Η ελληνική κουζίνα δεν αγαπά ιδιαίτερα το σπαράγγι και δεν το χρησιμοποιεί, στη Γερμανία ωστόσο καταναλώνεται πολύ και μάλιστα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση στον κόσμο (περίπου 1,7 κιλό ανά κάτοικο) αλλά και τις περισσότερες εισαγωγές -περίπου 25.000   τόνοι το 2017.

Από το 2003 οι Γερμανοί καλλιεργούν και παράγουν τις μεγαλύτερες ποσότητες λευκού σπαραγγιού σε όλη την Ευρώπη.

Σε διεθνές επίπεδο, η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγή -με τεράστια διαφορά από τις επόμενες- είναι η Κίνα, όπου καλλιεργούνται 930.000 στρέμματα, και ακολουθούν το Μεξικό με 290.000 στρ., η Γερμανία με 280.000 στρ., το Περού με 220.000 στρ. και οι ΗΠΑ με 210.000 στρ.

Πηγή εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ»

Share:

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Πολιτική Απορρήτου

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο