Η λαδόξερα στη «Γκριζα» λίστα της Τουρκίας


Η ςυνηθης ερμηνεία της εμπρηστικής και αποσταθεροποιητικής ρητορικής Ερντογάν είναι η παρατεταμένη προεκλογική εκστρατεία και η ουμμαχία του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ με το εθνικιστικό ΜΗΡ (ή αλλιώς το κόμμα των Γκρίζων Λύκων).

Η ερμηνεία είναι ορθή, αλλά δεν απαντά πλήρως στο ερώτημα, καθώς το παραλήρημα Ερντογάν ξεπερνά και την όποια προεκλογική σκοπιμότητα και την όποια ανάγκη νομιμοποίησης του κύματος αυταρχικής καταστολής που εξαπέλυσε ο Ερντογάν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016.

Η ρητορική νευρικής κρίσης του Ερντογάν είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση κατά την οποία η ανασφάλεια και η αίσθηση του αδιεξόδου μεταλλάσσονται σε επιθετική ρητορική, που συνήθως λειτουργεί με τη δυναμική της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, καθώς αντί να αποτρέψει μια δυσμενή εξέλιξη, την επιταχύνει.



Αυτή είναι η ανάγνωση των εξελίξεων στην Τουρκία που γίνεται από τους καθ’ ύλην αρμόδιους στην Αθήνα και έτσι εξηγείται η ψύχραιμη αποφασιστικότητα της ελληνικής πλευράς, χωρίς όμως να υποτιμάται ο κίνδυνος ότι όποιος σχεδιάζει ελεγχόμενες κρίσεις κινδυνεύει να χάσει τελικά τον έλεγχό τους.

Ο Ερντογάν, που αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάνης, γνωρίζει πολύ καλά ότι η μοιραία εμπλοκή του στη σύγκρουση της Συρίας απειλεί την Τουρκία σε ό,τι
αφορά τα νοτιοανατολικά της σύνορα με την επιστροφή στη Συνθήκη των Σεβρών του 1920, που προέβλεπε και τη σύσταση ανεξάρτητου Κουρδιστάν.

Η Τουρκία υπέγραψε μεν το 1923 τη Συνθήκη της Λωζάνης, συνέχισε όμως να διεκδικεί μέχρι και το 1926 την επαρχία της Μοσούλης (το σημερινό κουρδικό Βόρειο Ιράκ). Οταν η Βρετανία, που διοικούσε τότε το Ιράκ, απείλησε την Αγκυρα με κουρδική αντεπίθεση εντός και εκτός συνόρων, ο Κεμάλ αναδιπλώθηκε και διατύπωσε το δόγμα «ειρήνη στη χώρα, ειρήνη στον κόσμο». Με άλλα λόγια, προϋπόθεση της εσωτερικής σταθερότητας είναι η αποφυγή εμπλοκής της Τουρκίας στις διενέξεις και τις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Ο Ερντογάν, ο οποίος μέχρι το 2011 αποκαλούσέ τον Ασαντ αδελφό του και ονειρευόταν τελωνειακή ένωση και ελεύθερη διακίνηση πολιτών μεταξύ Συρίας – Τουρκίας, ενεπλάκη από την αρχή της σύγκρουσης, στα μέσα του 2011, με σαφή και διακηρυγμένο στόχο την εγκαθίδρυση ενός σουνιτικού καθεστώτος στη Δαμασκό, το οποίο θα λειτουργούσε ως άτυπο προτεκτοράτο της Τουρκίας.

Από το 2011 και μετά, η εμπλοκή της Αγκυρας στη Συρία αλλάζει τα δεδομένα του Κουρδικού, καθώς η Δαμασκός αποσύρει τις δυνάμεις της από τη Βορειοανατολική Συρία, που γίνεται ένα de facto δεύτερο -μετά το Βόρειο Ιράκ- κουρδικό κράτος, μια σκληρή για την Αγκυρα πραγματικότητα, καθώς υποθηκεύεται η όποια πρόοδος είχε σημειωθεί μέχρι τότε στις σχεδόν καθημερινές συνομιλίες του επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ Φιντάν με τον έγκλειστο στο Ιμραλι, Οτσαλάν, με στόχο την αναζήτηση πολιτικής διευθέτησης του Κουρδικού στη Νοτιοανατολική Τουρκία.

Πίσω λοιπόν από την απειλητική ρητορική, τη διεκδίκηση ρόλου περιφερειακής δύναμης που εγγυάται την προστασία των σουνιτών μουσουλμάνων στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, προφανώς υπάρχει η εσωτερική αγωνία του Ερντογάν ότι κιν-
δυνεύει να περάσει στην Ιστορία ως ο ηγέτης που έχασε στο κουρδικό μέτωπο τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

Παρά τη σύγχυση που προκάλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα φύγουν γρήγορα από τη Συρία, είναι αδιαμφισβήτητο ότι χωρίς τη συνδρομή των Κούρδων στη Συρία και στο Ιράκ δεν θα είχε εξαλειφθεί το Ισλαμικό Κράτος των τζιχαντιστών σε σχετικά σύντομο διάστημα, αλλά και θα είχε στερεωθεί ο άξονας επιρροής του Ιράν και των συμμάχων του από τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό μέχρι και τον Νότιο Λίβανο.

Η απειλή είναι πραγματική και υπαρξιακή για την Τουρκία του Ερντογάν: η σταδιακή χειραφέτηση των Κούρδων, χθες στο Βόρειο Ιράκ, σήμερα στη Βορειοανατολική Συρία και αύριο στο Δυτικό Ιράν και στη Νοτιοανατολική Τουρκία, είναι μια δυναμική που μπορεί να έχει καθυστερήσεις και παλινδρομήσεις, αλλά είναι πλέον μη αναστρέψιμη, καθώς εξυπηρετεί τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Η Τουρκία στο διάστημα ανάμεσα στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ την άνοιξη του 2003 και στην έναρξη της εμφύλιας σύγκρουσης στη Συρία το 2011 έχασε αργά αλλά σταθερά τον ρόλο της ως στρατηγικού ερείσματος της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ σε μια ασταθή και απρόβλεπτη Μέση Ανατολή.

Από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει βρει εναλλακτικό στρατηγικό ρόλο, αλλά είναι αναγκασμένη να κάνει τακτικούς ελιγμούς περιορισμένης εμβέλειας με στόχο τον περιορισμό ζημιών.

Χαρακτηριστική περίπτωση και επίκαιρη, λόγω της τριμερούς συνάντησης τη Μεγάλη Τετάρτη 4 Απριλίου στην Αγκυρα των Ερντογάν, Πούτιν και Ροχανί, είναι η συνεργασία της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν.

Είναι ένας τακτικός ελιγμός χωρίς βάθος, καθώς οι στόχοι της Αγκυρας, από τη μια μεριά, και της Μόσχας και της Τεχεράνης, από την άλλη, είναι σε πλήρη απόκλιση. Η σκληρή πραγματικότητα για τον Ερντογάν είναι το δίλημμα αν στα νότια σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία και το Ιράκ προτιμά τους Κούρδους αντάρτες ή τις δυνάμεις του Ασαντ και τη φιλοίρανική συμμαχία.

Ετσι, έχουν «παγώσει» και όλα τα σενάρια εξομάλυνσης των σχέσεων ΗΠΑ -Τουρκίας, όπως φάνηκε από την πρόσφατη επίσκεψη του αναπεμφθέντος στη συνέχεια Τίλερσον στην Αγκυρα.

Με τις απειλές του για προέλαση μετά το Αφρίν στο Μανμπίτζ όπου βρίσκονται άνδρες των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ, αλλά και την αμφισβήτηση των παραχωρήσεων για έρευνα από τη Λευκωσία στην κυπριακή ΑΟΖ, ο Ερντογάν φαίνεται εγκλωβισμένος σε μια δυναμική αυτοεκπληρούμενης προφητείας, με τη μετωπική σύγκρουση με τις ΗΠΑ και με τη Δύση να είναι ζήτημα χρόνου.

Πηγή εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»


Θα θέλατε να μοιραστείτε τις σκέψεις σας;

Η συμπλήρωση του ονοματεπώνυμου και του e-mail είναι προαιρετική.


Μοιραστείτε το:

Copyright © 2014 statusradio.gr