Ο Αλεξανδρουπολίτης Γιάννης Ξανθούλης σε μια εφ’ολης της ύλης συνέντευξη


«Εχω αποπροσανατολιστεί με την έκθεση που έκανα, πρέπει να μαζέψω λίγο το μυαλό μου και να γράψω ένα βιβλίο. Να μπω σε αυτή τη διαδικασία, να αρχίσω να σκέφτομαι τι ακριβώς θέλω να πω. Πιστεύω όμως ότι κάτι θα συμβεί. Οταν συμβαίνει, γίνομαι ένα είδος αλεξικέραυνου και μοιάζει σαν να έρχονται πληροφορίες από τον ουρανό. Αρχίζω πια και δουλεύω, μπαίνει ο οργανισμός σε μια πειθαρχία για να συλλέξω πληροφορίες, πρέπει να πειθαρχήσω για να βγει κάτι», μας λέει ο Γιάννης Ξανθούλης. Μόλις χθες (29/4) ολοκληρώθηκε η πρώτη του «Εκθεση Ανεπανόρθωτη» με ζωγραφικά του έργα στην γκαλερί Genesis, το «ξέδωμά» του όπως λέει, βάζοντας στη ζωγραφική όσα περισσεύουν από τα βιβλία του. «Το είδος που κάνω έχει μια εμμονή στη λεπτομέρεια γιατί είμαι πολύ επηρεασμένος από τους Ανατολίτες, από τις μικρογραφίες, από τη βυζαντινή ζωγραφική. Θα μπορούσα να είμαι ένας καλός μοναχός αν βγάλουμε το θρησκευτικό και θεολογικό μέρος και να ήμουν σε ένα μοναστήρι για να κάνω αρχιγράμματα και βιβλία», σημειώνει.

Κρατώντας μια κούπα του καφέ με νορβηγικά φολκλόρ σχέδια, από τον γιο του που «χειρουργεί Νορβηγούς», ο «ανορθόδοξος» για την εγγονή του παππούς περνάει φέτος στην έβδομη δεκαετία της ζωής του: «Ο χρόνος με κυνηγάει. Φέτος γίνομαι 70 ετών και μπαίνω σε μια άλλου είδους ευθεία. Πολύ ευθεία θα έλεγα. Δεν θέλω να πω κατηφόρα, λέω ευθεία». Γεννήθηκε στην «υπερβόρεια», όπως τη χαρακτηρίζει, Αλεξανδρούπολη, αλλά σαν από πάντα ένιωθε διαφορετικός από το οικογενειακό του περιβάλλον. «Είχα τη μεγάλη τύχη να μεγαλώσω σε μια οικογένεια που είχε έναν τεράστιο αυτοσαρκασμό. Μέσα στο σπίτι κυκλοφορούσαν λιγότερο κύριες και περισσότερες δευτερεύουσες προτάσεις, από τις οποίες βγαίνει το χιούμορ. Ημουν όμως το λάθος παιδί στη λάθος οικογένεια, οι γονείς μου δεν έφταιγαν σε τίποτα. Αυτό το ανακάλυπτα πάντα, το ήξερα. Ισως γι’ αυτό ανέπτυξα μια άμυνα με το χιούμορ, ήταν ένα κανονικό οδόφραγμα και αυτό με ακολούθησε σε όλη μου τη ζωή», σημειώνει.

Προσωπική φωνή

Σε νεαρή ηλικία μαγεύτηκε από το θέατρο, οπότε η Αθήνα, που τώρα είναι «ανυπεράσπιστη από την εισβολή της κακογουστιάς», ήταν μονόδρομος. «Πίστευα ότι όλος ο πολιτισμός βρίσκεται στην Αθήνα, από εργοστάσια που κάνουν οδοντόκρεμες μέχρι εφημερίδες. Μετά ήμουν και ένα παιδί του ραδιοφώνου, όπως και πάρα πολλοί της γενιάς μου. Και ως μαθητής έγραφα θεατρικά έργα και τα έστελνα σε ανθρώπους του θεάτρου, όπως τον Αλέξη Σολομό, και ίσως επειδή θεωρούσαν ότι ήταν απίστευτα μακρινό το μέρος απ’ όπου προέρχονταν οι επιστολές, μου απαντούσαν. Αλλά με τον τρόπο που τα έγραφα ήταν σαν να τα υπονόμευα λίγο. Η πραγματική μου φωνή δεν υπήρχε εκεί μέσα, έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να την ανακαλύψω», μας λέει. Και την ανακάλυψε με την απαραίτητη «ώθηση» στα 21 του χρόνια. «Οταν διάβαζα τα υποτίθεται πολύ σοβαρά μου έργα, το έκανα σε έναν φίλο, τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιώργο Μιχαηλίδη, και πέθαινε στα γέλια. Φαίνεται κάτι είχα μέσα μου και τα υπονόμευα και μετά ο Γιώργος μού λέει “γιατί δεν γράφεις όπως μιλάς”; Και κάθησα, έγραψα, και αυτός ήταν ο δρόμος μου από τότε», σημειώνει.

Από τότε διαγράφει περισσότερες από τρεις δεκαετίες στην πεζογραφία και είναι ανάμεσα στους λιγοστούς σταθερά ευπώλητους Ελληνες συγγραφείς, με σημαντικό έργο στη θεατρική συγγραφή και τη δημοσιογραφία. Πέρυσι τιμήθηκε με το βραβείο κοινού των βιβλιοπωλείων Public για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Την Κυριακή έχουμε γάμο» (εκδ. Διόπτρα), που είναι και το μοναδικό βραβείο της καριέρας του. «Εχουν βραβευθεί οι πάντες, εμένα με έχουν ξεχάσει από άλλα βραβεία. Οπότε ήταν πολύ ευπρόσδεκτο, γιατί ήταν ένα βραβείο κοινού. Εγώ δεν είμαι άνθρωπος των βραβείων και φαντάζομαι ότι θα συνεχίσει έτσι αυτή η κατάσταση», σημειώνει.

Εχουμε άραγε κάποια «αλλεργία» με τους ευπώλητους συγγραφείς; «Πιο παλιά υπήρχε μια έντονη απαξία, ότι δηλαδή πρόκειται για “ελαφρούς” συγγραφείς. Κάποιοι συνεχίζουν και έχουν αυτή την άποψη. Δεν μπορώ εγώ να αλλάξω τη γνώμη του καθενός. Νομίζω όμως ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα. Σήμερα διαβάζονται συγγραφείς που είναι “δύσκολοι” και είναι εξίσου ευπώλητοι με τους “ελαφρούς”. Το ευπώλητο δεν έχει να κάνει τόσο με την αβάσταχτη ελαφρότητα. Βαστιέται η ελαφρότητα», τονίζει.

Η ανάκληση της μνήμης

Πίσω από τα στρόγγυλα κοκάλινα γυαλιά του, τα μάτια του ανασκαλεύουν στη μνήμη του όταν λέει πως δεν συμπαθεί τα κυριακάτικα «κενά» που αρχίζουν από το μεσημέρι και μετά. «Μάλλον είναι κατάλοιπο από το σχολείο. Μετά το μεσημέρι τα πράγματα αγρίευαν, έπρεπε να προετοιμαστώ ψυχολογικά για τη Δευτέρα», σημειώνει, και γι’ αυτό προτιμά τις καθημερινές και είναι αντίθετος στην ιδέα των διακοπών που μεταφράζονται σε «ερημικές ακρογιαλιές να στοχάζομαι». Αγαπάει ωστόσο τα ταξίδια και, ως παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, η Κωνσταντινούπολη έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του και στα βιβλία του. Το τελευταίο του ταξίδι εκεί ήταν μόλις πέρυσι, ενώ η πρώτη φορά που την επισκέφθηκε ήταν το 1972. «Με απογοήτευσε την πρώτη φορά, ίσως δεν ήξερα να την αξιολογήσω και τώρα λυπάμαι γι’ αυτό επειδή τότε κρατούσε τον χαρακτήρα της παλιάς Πόλης με τα καλντερίμια, τα ξύλινα σπίτια κ.λπ., πράγματα που αποτύπωσε ο φωτογράφος Αρά Γκιουλέρ. Σήμερα υπάρχει ένα κλίμα πολύ αμφίσημο στην Τουρκία. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», σημειώνει. Αν και ανησυχεί για την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων και απρόβλεπτων ηγετών στην Ευρώπη και στον κόσμο, εκφράζει μια αμφίσημη αισιοδοξία για τα ελληνικά πράγματα. «Η Ελλάδα δεν παθαίνει τίποτα νομίζω. Πάντα ήμασταν περίεργοι. Τα τελευταία 200 χρόνια είμαστε περίεργοι και επειδή είμαστε ένα θαυμάσιο κοκτέιλ, θα επιζήσουμε», τονίζει.

Οπως αμφίσημη είναι και η εποχή της δεκαετίας του ’50 στην οποία επίμονα επιστρέφει στα βιβλία του. «Εχω μια μανία με αυτή τη δεκαετία. Τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά είχαν μια αθωότητα, ένα ήθος προπολεμικό. Μετά το ’59 αρχίζουν και αλλάζουν τα πράγματα, σε όλο τον κόσμο. Επίσης, τότε ζούσαν άνθρωποι που είχαν γεννηθεί τον 19ο αιώνα. Κουβαλούσαν ιστορίες αλλά δεν μιλούσαν για το παρελθόν. Δεν ήθελαν να έχουν σχέση με το παρελθόν. Είχαν ζήσει πολέμους, δραματικά γεγονότα, ο πατέρας πέρασε δύο παγκόσμιους πολέμους και ήταν καταδικασμένος σε θάνατο από τους Βούλγαρους ως σαμποτέρ στον πόλεμο. Εδώ είμαστε, έλεγαν. Ζούμε, επιζήσαμε», τονίζει και μοιάζει να ψάχνει στη μνήμη του εικόνες από το οικογενειακό παρελθόν.

Στα βιβλία του έχει «καταχραστεί» όπως λέει την ανάκληση αναμνήσεων και γι’ αυτό η μνήμη είναι για εκείνον το πολυτιμότερο αγαθό στην πορεία του χρόνου. «Δεν θέλω να χάσω τη μνήμη μου. Θα είναι σαν να χάνω τον εαυτό μου. Γιατί αν χάσεις τη μνήμη, δεν υπάρχει λόγος να ζεις. Γιατί; Να τρως σούπες;».

​​Το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, το μυθιστόρημα «Την Κυριακή έχουμε γάμο», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Το βιβλίο απέσπασε πέρυσι το βραβείο κοινού των βιβλιοπωλείων Public.

Πηγή: kathimerini.gr



Μοιραστείτε το:

Copyright © 2014 statusradio.gr