«Όταν υπέγραψα, είπα αυτή είναι η ώρα μου, δεν υπάρχει επιστροφή …»

15
0
Share:

Οι εντυπωσιακές εμφανίσεις του με τη φανέλα του Εθνικού και η σταθερή πορεία του με την ομάδα της Αλεξανδρούπολης, ανάγκασαν τους διοικούντες τη Ραβένα να κινηθούν αστραπιαία φέτος το καλοκαίρι για την απόκτησή του. Ο λόγος για τον Ραφαήλ Κουμεντάκη, τον 20χρονο ακραίο του Εθνικού, που έκανε τους πάντες να μιλάνε για το ταλέντο και την απόδοσή του. Η πρόκληση του ιταλικού πρωταθλήματος, οι προσωπικοί του στόχοι αλλά και τα εννιά χρόνια που πέρασε στον Εθνικό, δεν έλειψαν από τη συνέντευξη του διεθνή ακραίου στο ThrakiSportS. Την πρώτη που παραχωρεί ως παίκτης της Ραβένα, μετά και την επίσημη ανακοίνωση της μεταγραφής του από τον Εθνικό. Η οικογένειά του, οι αδερφοί Δαλακούρα, ο Σάκης Μουστακίδης και η Εθνική Ανδρών, δεν έμειναν ασχολίαστα.

Ραφαήλ, μετά από μία εξαιρετική χρονιά στον Εθνικό, ετοιμάζεσαι για την ιταλική Ραβένα. Πως νιώθεις;
«Είναι απίστευτα τα συναισθήματα που νιώθω. Είμαι πολύ χαρούμενος και ευτυχισμένος για ότι μου συμβαίνει. Δε σου κρύβω ότι είμαι πολύ ανυπόμονος προκειμένου να έρθει η 3η Αυγούστου και να πάω στην Ιταλία. Ωστόσο δε σου κρύβω ότι είμαι και πολύ φορτισμένος ψυχολογικά, αφού πριν από λίγες ημέρες αποχαιρέτησα και επίσημα τον Εθνικό. Μία ομάδα στην οποία μεγάλωσα».
Ποιοι είναι οι στόχοι σου από δω και πέρα;
«Από πολύ μικρός ήθελα να παίξω σε μία μεγάλη ομάδα υψηλού επιπέδου και το ιταλικό βόλεϊ μου παρέχει αυτή τη δυνατότητα. Ήθελα να αγωνιστώ στο εξωτερικό και πλέον αυτή η επιθυμία μου έχει πραγματοποιηθεί. Από δω και πέρα στόχος είναι η καθιέρωση. Σε ένα τόσο δύσκολο πρωτάθλημα όπως το ιταλικό, χρειάζεται σκληρή δουλειά και προσπάθεια. Ελπίζω να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις και να τα καταφέρω. Είμαι αισιόδοξος».
Στη συνέντευξη τύπου του Εθνικού, είπες ότι είναι ένα όνειρο που πραγματοποιείται, το οποίο όμως δεν περίμενες όταν ξεκινούσε η χρονιά. Γιατί;
«Πάντα ονειρεύεσαι και ελπίζεις στο καλύτερο. Δεν μπορείς όμως να ξέρεις αν θα πραγματοποιηθεί. Είμαι τόσα χρόνια εδώ που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα έφευγα. Είναι σαν να αφήνω ένα κομμάτι μου εδώ στην πόλη και στον Εθνικό».
Πόσα χρόνια είσαι στον Εθνικό;
«Είμαι σχεδόν δέκα χρόνια. Ξεκίνησα να παίζω βόλεϊ σε αυτή την ομάδα όταν ήμουν έντεκα χρονών. Δεν έχω παίξει σε καμία άλλη ομάδα. Αυτή την ομάδα την έζησα στις καλύτερες αλλά και στις πιο άσχημες στιγμές της. Έχω δεθεί μαζί της».
Είπες πως είναι ευχή και ταυτόχρονα κατάρα να αφήνεις την ομάδα σου αλλά και την πόλη σου. Εξήγησέ το μου αυτό.
«Όπως σου είπα και πριν το εξωτερικό το είχα συνέχεια στο μυαλό μου. Και μπορεί πριν από δύο χρόνια να είχαν ακουστεί και πάλι σενάρια για πιθανή μεταγραφή μου στην Ιταλία, ωστόσο τώρα με την επισημοποίηση, κατάλαβα τι έγινε. Κατάλαβα ότι φεύγω από την πόλη μου και από την οικογένειά μου. Δεν έλειψα ποτέ από την Αλεξανδρούπολη και από τους δικούς μου ανθρώπους. Οπότε από τη μία πλευρά λες πως είσαι τυχερός που φεύγεις και πηγαίνεις στο εξωτερικό, αλλά από την άλλη ξέρεις ότι αφήνεις πίσω σου αγαπημένα πρόσωπα. Όταν ήρθε η στιγμή της υπογραφής του συμβολαίου, κατάλαβα τι γίνεται»
Πως ένιωσες;
«Αρχικά να σου πω ότι ήταν ένα συμβόλαιο με πολλές σελίδες και έπρεπε σε κάθε σελίδα να βάλω την υπογραφή μου. Ο μάνατζέρ μου, μου είπε πως αν μπουν οι υπογραφές δεν υπάρχει γυρισμός. Στις τρεις τελευταίες σελίδες του συμβολαίου είπα ότι όντως αυτή είναι η ώρα μου. Δεν υπάρχει επιστροφή. Όταν υπέγραψα και την τελευταία σελίδα, είπα πως αυτό ήταν…»
Ένα παιδί στη δική σου ηλικία, πως διαχειρίζεται μία τέτοια μεταγραφή; Πόσο άγχος έχει αλλά και πόση ανυπομονησία;
«Χρειάζεται ηρεμία, συγκέντρωση και φυσικά να μη πάρουν αέρα τα μυαλά. Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει τι γίνεται και που πάω. Μόλις πατήσω Ιταλία θα καταλάβω ότι πλέον αυτή είναι η ζωή μου. Το άγχος και η ανυπομονησία είναι φυσιολογικά και θεωρώ πως ακόμα και μεγαλύτερης ηλικίας παίκτες θα ένιωθαν το ίδιο».
Το ενδεχόμενο να μείνεις σε κάποια ομάδα εδώ στην Ελλάδα το σκέφτηκες ή το εξωτερικό ήταν η μοναδική σου επιθυμία;
«Ήθελα να πάω στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα θα έμενα μόνο για τον Εθνικό. Ακόμα και αν κάτι δεν πάει καλά στην Ιταλία και επιστρέψω μετά από καιρό πίσω, πρώτη μου επιλογή και προτεραιότητα θα είναι ο Εθνικός».
Να υποθέσω ότι τα πράγματα στο ελληνικό βόλεϊ έχουν αλλάξει πολύ από τότε που ήσουν πιτσιρικάς και έλεγες ότι θες να ασχοληθείς με αυτό το άθλημα….
«Δυστυχώς ναι. Όταν ήμουν μικρός παρακολουθούσα βόλεϊ υψηλού επιπέδου και έβλεπες στα ελληνικά γήπεδα τεράστιους παίκτες. Μεγάλωσα βλέποντας τον Μίλκοβιτς και τον Μαρσέλο να κάνουν θαύματα στη χώρα μας και τις ομάδες μας αν αγωνίζονται στην Ευρώπη. Τώρα βλέπεις ιστορικούς συλλόγους να μην μπορούν να εξασφαλίσουν άδεια για τα ευρωπαϊκά ματς ή ακόμα και το ελληνικό πρωτάθλημα. Τα χρήματα είναι ελάχιστα και δυστυχώς η παλιά αίγλη έχει χαθεί».
Σε έχει επηρεάσει όλη αυτή η κατάσταση; Σε έχει απογοητεύσει καθόλου;
«Σίγουρα με στεναχωρεί και με προβληματίζει. Πάντα είχα σαν όνειρο να παίξω με τέτοιους σπουδαίους παίκτες στην Ελλάδα. Μακάρι η κατάσταση να αλλάξει».
Το θέμα της προσαρμογής και της γλώσσας σε προβληματίζει καθόλου;
«Σίγουρα με προβληματίζουν, αν και όλοι μου λένε ότι τα ιταλικά είναι μία πολύ εύκολη γλώσσα. Κάθε αρχή είναι δύσκολη. Είμαι προετοιμασμένος όμως να αντιμετωπίσω κάθε δυσκολία που θα εμφανιστεί».
Μίλησέ μου λίγο για την Εθνική Ανδρών, στην οποία αγωνίζεσαι ήδη τέσσερα χρόνια και είσαι ένας από τους μικρότερους που κλήθηκαν ποτέ…
«Όντως ήμουν ένας από τους πιο μικρούς παίκτες που κλήθηκαν ποτέ στην Εθνική Ανδρών, αφού το πρώτο μου κάλεσμα έγινε όταν ήμουν 16 χρονών. Τότε προπονητής ήταν ο Αμερικανός Γκόρντον Μέιφορθ, με είχε δει στον Εθνικό, του άρεσα και αμέσως με κάλεσε. Ήταν σίγουρα σπουδαία εμπειρία και τεράστια πρόκληση για ένα παιδί 16 χρονών η κλήση του στην Ανδρών. Μακάρι να παίξω για πολλά ακόμα χρόνια στην Εθνική».
Αν δεν κάνω λάθος για λίγους μήνες σε πέρασε στην Εθνική ο προπονητής σου, ο Σάκης Μουστακίδης…
«Ακριβώς. Όταν κλήθηκε ο προπονητής μου στην Εθνική Ανδρών, ήταν λίγους μήνες νεότερος από εμένα!».
Είπες πως αν δεν ήταν ο Μουστακίδης δεν θα βρισκόσουν τώρα σε αυτή τη θέση…
«Πράγματα έτσι είναι. Με πίστεψε και μου έδωσε την ευκαιρία να προσφέρω στην ομάδα. Και για τον λόγο αυτόν τον ευχαριστώ. Ελπίζω να τον δικαιώσω».
Για το τέλος, θέλω να μου πεις τι θα σου λείψει πιο πολύ από την Αλεξανδρούπολη στη νέα σελίδα που ανοίγεται στην ζωή και την καριέρα σου…
«Πρώτα απ΄ όλα θα μου λείψει η οικογένειά μου. Η μητέρα μου Παναγιώτα και τα δύο μεγάλα αδέρφια μου, ο Κώστας και ο Ιωσήφ. Είναι τρεις άνθρωποι που ήταν πάντα στο πλευρό μου και με στήριζαν σε κάθε βήμα μου. Επίσης θα μου λείψουν πολύ και ο Κώστας με τον Ανέστη Δαλακούρα, που είμαστε χρόνια συμπαίκτες. Πλέον με τα παιδιά αυτά δεν είμαστε φίλοι, έχουμε γίνει οικογένεια».

Πηγή: gnomionline

Share:

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Πολιτική Απορρήτου

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο